Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

Στην Παναγιά

Εισαγωγή

Τα παιδιά τα καλετζαίϊκα της ηλικίας μου αλλά και της ηλικίας του πατέρα μου, δύο σοβαρούς σταθμούς είχαν στην καλοκαιρινή παύση του σχολείου: Τον Προφήτη Ηλία με το πανηγύρι του και την Παναγιά με τη θάλασσα της. Και καλά για το πανηγύρι στο χωριό, εύκολα καταλαβαίνει κανείς τη χαρά που μπορεί να δώσει σε όλους και περισσότερο στα παιδιά, αλλά η Παναγιά, ο ερημότοπος, πώς αντέχει στη σύγκριση; Και τί επιπλέον είχε αυτή η Παναγιά; Για το σημερινό παιδί τίποτα, για μας τα πάντα. Μια μικρή εκκλησούλα, λίγη άμμο στη θάλασσα, δύο συκιές, δύο – τρία πηγάδια με νερό, έφταναν για να μας κάνουν για 24 ώρες ευτυχισμένους. Το μέγεθος αυτής της ευτυχίας το μέτρησα στις 22 Αυγούστου 1965, που δεν με πήγε η μητέρα μου, επειδή ο πατέρας μου ήταν στο νοσοκομείο. Έκλαιγα 2-3 μέρες πριν και είχα την αίσθηση μιας μεγάλης στέρησης.

Ο φετινός εσπερινός

Με αυτές τις σκέψεις, με αυτές τις αναμνήσεις ξεκίνησα φέτος τόσο εγώ, όσο και πολλοί Καλετζαίοι και Μηλακιώτες, για τον εσπερινό το βράδυ στις 22 του μηνός. Οι ευτυχισμένες στιγμές του παρελθόντος με κατακλύζουν ως γλυκιά μελαγχολία. Αυτή η αίσθηση φτάνει στον υπέρτατο βαθμό την ώρα του Εσπερινού, εκεί στο «Φως Ιλαρόν». Πολλοί συγχωριανοί μου και κοντοχωριανοί Μηλακιώτες στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας, στα πεζούλια της καθιστοί οι γεροντότεροι, προσηλώνονται στην ακολουθία του Εσπερινού. Ο νέος παπάς μας, ο Λεπουραίος ΠαπαΠαύλος Κουντούρης στο κέντρο, οι ψάλτες με αναλόγιο και στασίδι, το παγκάρι των επιτρόπων κάθε χρόνο στην ίδια θέση. Όλες οι μορφές που βλέπω, μου είναι αγαπημένες. Με πολλούς μεγαλώσαμε μαζί, άλλους τους παρακολουθώ χρόνια τώρα να μεγαλώνουν.
Για όλους με διακατέχει το υπέροχο αίσθημα της αγάπης, που δημιουργεί η μακρά συμβίωση και η καθημερινή επαφή. Έχω μια άλλη αίσθηση ευτυχίας αναλογιζόμενος την αμοιβαιότητα του αισθήματος αυτού.
Σε τέτοιες σκέψεις έπλεα το βράδυ του φετινού εσπερινού 22-8-08 την ώρα της «εισόδου», που ο Παπαπαύλος έψαλε το «φως Ιλαρόν» και ο ήλιος πορτοκαλής και πανέμορφος βυθιζόταν στην Αυλίδα. Η κατάνυξη στο αποκορύφωμα της. Αυτή την ώρα σκέφτηκα να μιλήσω (εντελώς απροετοίμαστος) και να ευχαριστήσω ας πούμε «δημόσια», τον δημιουργό και την αφετηρία της ιστορίας της Παναγιάς, τον κτήτορα της εκκλησούλας τον Γεώργιο Σ. Χουχούμη. Αυτόν που με την πρωτοβουλία του, μας έδωσε τόσες πολλές χαρές.

«Ο κτήτωρ»

Ο Γιώργος Χουχούμης γιος του Σωτήρη Χουχούμη γεννήθηκε στα Μανίκια γύρω στα 1875.
Εικοσάχρονος εγκατέλειψε το χωριό του μαζί με το κοπάδι του και κατηφόρισε Νότια. Αυτή η τάση φυγής είχε αρχίσει μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Τα Μανίκια ήταν απρόσιτο μέρος, δύσβατο και οι βοσκοί κάτοικοί του δεν είχαν τους Τούρκους στο κεφάλι τους. Οι Μανικιάτες σκορπίστηκαν από τον Αγιάννη μέχρι το Καλέτζι και το Βασιλικό.
Ο Γιώργος έφερε το κοπάδι του στην Πούντα την Καλετζαίϊκη, που ήταν ιδιοκτησία και τσιφλίκι του Κοντόσταυλου. Ξεχώριζε από τους άλλους Μανικιάτες, που συνήθως ήταν κλεφτοκατσικάδες. Αυτός ήταν νοικοκύρης με τα όλα του. Τίμιος και σωστός. Ευλογημένος. Τα κοπάδια του πρόκοβαν όπως και ο ίδιος.
Είχε πολλά αδέλφια: Την Κατερίνα (μάνα του Αντώνη Βλάχου), τον Χρήστο, τη Μαρία, τον Κώστα, το Δημήτρη, τον Τάσο, την Παναγιού και το μικρότερο το Σταύρο. Εκτός του Χρήστου της Κατερίνας και της Παναγιούς, όλα τα άλλα αδέλφια του τον ακολούθησαν στα χειμαδιά της Πούντας. Όταν πέθαναν οι γονείς τους στα Μανίκια το 1900, ο μικρότερος αδελφός ο Σταυροχουχούμης ήταν έξι μηνών μωρό. Τον έβαλαν σε ένα ταγάρι και τον έφεραν στο Μυλάκι. Τον μεγάλωσε η αδερφή του η Μαρία. Τον τάϊζαν στους μαστούς μιας ήμερης γίδας, μέχρι που τον ‘’πόκοψαν’’. Αρχηγός βέβαια της οικογένειας ο μεγαλύτερος ο Γιώργος.
Παντρεύτηκε στο Μυλάκι την Μαρία Μακρύγιαννη (θυγατέρα του Μαρουλά) και απέκτησαν τρία παιδιά : τον Χαράλαμπο, τον Όθωνα και την Κούλα.
Τα κοπάδια και το νοικοκυριό τα’ χει μαζί με τα αδέλφια του. Τα μικρά ο Τάσος και ο Σταύρος από νωρίς γίνονται τσοπανόπουλα. Ο Τάσος αργότερα το 1922 σκοτώθηκε στο πόλεμο της Μικράς Ασίας, ο Σταύρος ήταν τυχερός και γύρισε, ‘’μας έφερε ο Γ. Ζήρας’’, έλεγε.
Έφτασε να είναι ο κύριος ενοικιαστής του τσιφλικιού και οι άλλοι Μυλακιώτες, Καλετζαίοι να είναι υπενοικιαστές του.
Έχοντας υπερβεί τους στόχους και τα όνειρα για τη ζωή του, που έπλαθε σαν φτωχός τσοπανάκος στα Μανίκια, είχε απόλυτη συνείδηση της επιτυχίας του και της προκοπής του. Δεν είχε αμφιβολία ότι ο Θεός και η Παναγία ήταν μαζί του. Είχε την καθοδήγηση και την προστασία Της. Καμιά αναποδιά μεγάλη δεν του είχε συμβεί. Αντιθέτως έβλεπε και μάθαινε για τις δυσκολίες των συγχωριανών του και των φίλων του. Ως ένδειξη ευγνωμοσύνης και αγάπης προς τη Θεοτόκο, αποφάσισε να χτίσει στην Πούντα μια εκκλησία αφιερωμένη σε Αυτήν. ‘’Έταξε’’, όπως συνηθίζουμε να λέμε.
Είχαν περάσει 1-2 χρόνια από τη μέρα που έκανε το τάξιμο και τον ειδοποίησαν τα αδέλφια του, πως το μουλάρι τους, είχε πέσει στο πηγάδι. Η πρώτη του κουβέντα ήταν :
  • Καλά να πάθω. Έχω τάξει στην Παναγία και ακόμα να ξεκινήσω.
Το μουλάρι είχε πέσει στο ένα από τα δύο πηγάδια που ήταν πάνω στο πλάτωμα με τις συκιές.
Ποιος ξέρει πότε ανοίχτηκαν τα πηγάδια αυτά. Πάντως ήταν τα μοναδικά από τον Αλμυροπόταμο μέχρι το Μυλάκι, που ξεδιψούσαν τους ψαράδες και τους τσοπάνηδες με τα ζώα τους.
Αλοίμονο! Ούτε ο ίδιος μπορούσε να κάνει χωρίς μουλάρι, ούτε και τα κοπάδια μπορούσαν να ζήσουν χωρίς νερό. Έπρεπε με κάθε θυσία το μουλάρι να βγει από το πηγάδι. Ο νοικοκύρης μάζεψε σχοινιά και ήδη όλοι οι τσοπάνηδες περίμεναν για να βοηθήσουν. Το μουλάρι δεν ήταν αρνητικό, συμμετείχε κι αυτό ενεργητικά στη διάσωση του. Τελικά το ζώο βγήκε σώο και αβλαβές. Δίχως κατάγματα δίχως τίποτα. Ο Γιώργος Χουχούμης μετά και από αυτό δεν είχε καμία αμφιβολία ότι η Παναγία τον αγαπά και τον προστατεύει. Μέμφεται τον εαυτό του για τις αναβολές που έδινε στο χτίσιμο του Ναού. Διάλεξε ένα καλό σημείο (υπήρχαν και σημάδια παλιών κτισμάτων εκεί) και πολύ σύντομα ξεκινά μαζί με τα αδέλφια του να ανοίγει τα θεμέλια. Σημειώνουμε πως η περιοχή ήταν ακόμα τσιφλίκι του Κοντόσταυλου. Αγοράσθηκε από τους Καλετζαίους το 1918. Όποιο μέρος ήθελε διάλεγε και επέλεξε το καλύτερο σημείο για να χτίσει το Ναό. Ζήτησε την άδεια από τον τσιφλικά. Του επέτρεψε και του υποσχέθηκε μικρή βοήθεια για τα ‘’μέσα’’ (εικόνες), που μάλλον τελικά δεν έδωσε.
Κτήτωρ, όπως προείπαμε, είναι ο Γ.Σ. Χουχούμης. Αυτός ήταν ο νοικοκύρης που αποφάσισε να χτίσει και να χρηματοδοτήσει μέχρι τέλους την ανέγερση του Ναού. Βοήθησαν και τα αδέλφια του χειρωνακτικά. Με καμάρι μου έλεγε ο μικρότερος (ο Σταυροχουχούμης), ότι παρότι μικρός, έβγαζε πέτρες και τις έδινε στους χτίστες. Συμμετείχε κι αυτός στο Θεάρεστο έργο από την αρχή μέχρι το τέλος.
Η εκκλησία σκεπάστηκε και λειτουργήθηκε και παραμένει ατόφια εδώ και 100 χρόνια όπως την έφτιαξε ο κτήτορας της ο Γιώργος Σωτηρίου Χουχούμης.
Δυστυχώς όμως, για τον νοικοκύρη αυτόν, η ισπανική γρίπη του 1918, στέλνει πρώτα τον ίδιο και ύστερα τη γυναίκα του στον τάφο. Καταστροφή! Τα ορφανά τα παίρνει ο αδελφός του ο Χρήστος, που είναι στο Μακρυχώρι, να τα μεγαλώσει εκεί. Οι χωριανοί (Μακρυχωριάτες) απαιτούν να μην μείνουν τα παιδιά εκεί και μολύνουν το χωριό με τον ιό της γρίπης.
Ο Χρήστος κρατά τα παιδιά, τα μεγαλώνει σαν δικά του. Αργότερα γύρισαν στο Μυλάκι. Παντρεύτηκαν, πρόκοψαν και δημιούργησαν τις καλύτερες οικογένειες.

Το πανηγύρι

Από το 1926που ο Τασοτζάτζος τότε 13 ετών ήταν γιδάρης στο χειμαδιό της Παναγιάς και της Ασφάκας, θυμάται για συρροή του κόσμου στη Χάρης της. Όλοι σχεδόν οι χωριάτες μας με τα ζώα τους διανυκτέρευαν εκεί στις 22 Αυγούστου και έφευγαν την άλλη μέρα το απόγευμα. Έρχονταν και καϊκια καραβιώτικα γεμάτα κόσμο. Του Σκρεπετού, του Γεωργίου και του Νίκα.
Πως όμως το νεόκτιστο εκκλησάκι έγινε τόσο γρήγορα δημοφιλές και αγαπημένο σε τόσο κόσμο; Οι λόγοι πολλοί. Κατά πρώτον, ήταν αφιερωμένο στην Παναγία στην αγαπημένη των χριστιανών Μεσίτρια και Σκέπη, στα παιδιά τα Καλετζαίϊκα που ήθελαν θάλασσα και μπάνιο, στους ψαράδες του Καράβου, που ξέμεναν στη Πούντα (οι βάρκες ήταν ακόμα με πανιά) και διανυκτέρευαν στα χειμαδιά και στο ξωκλήσι, στον Παπά του χωριού μας τον Παπαγιώργη Λαθουρά, που παντρεμένος στο Αλιβέρι παρακινούσε πολλούς να έρθουν στο πανηγύρι της Παναγιάς, στους Μυλακιώτες που έρχονταν πολλοί και στα παιδιά του κτήτωρα που έκαναν μνημόσυνο στο πατέρα τους.
Στη δεκαετία του 1950 έρχονταν στις 22 και στις 23 Αυγούστου Ferry-boat στην Παναγιά. Τότε λειτουργούσε η γραμμή Κάραβος–Ωρωπός και επειδή αρκετός κόσμος ήθελε να πάει στο ξωκλήσι μας, ο καπετάνιος κανόνιζε τα δρομολόγια, ώστε να εξυπηρετηθούν και οι προσκυνητές. Το πλοίο ‘’έπιανε’’ στην αμμουδιά. Κοσμοπλημμύρα από τη θάλασσα μέχρι την εκκλησία και τα πηγάδια. Την πρώτη φορά που ήρθε το πλοίο ανέβηκαν και Καλετζαίοι να το δουν. Ξεναγός ο Παπασταμάτης. Αλλά το πλοίο έφυγε και τους πήρε μαζί. Κοιμήθηκαν στο σπίτι του Παπά στο Κάραβο και επέστρεψαν την άλλη μέρα το πρωί.

Το πανηγύρι στη δεκαετία του 60


Οι αναμνήσεις αυτής της δεκαετίας είναι για μένα και τους συνομήλικους μου, συντροφιά πολύτιμη για όλη μας τη ζωή.
Μόλις ξεμπερδεύαμε με τον Δεκαπενταύγουστο και τη νηστεία του, που μας έλυνε τα πόδια (την τηρούσαν οι μανάδες μας με ευλάβεια και χωρίς καμιά έκπτωση. Ούτε γάλα, ούτε τυρί, ούτε αυγό. Καλά για κρέας δεν συζητάμε, δεν υπήρχε), η σκέψη μας ήταν για το πανηγύρι πίσω στην Πούντα.
Για να μην παρεξηγηθούμε, ξεκαθαρίζω πως στο μυαλό μας ήταν η θάλασσα και τα παιχνίδια. Για εκκλησία, για προσευχή, για Παναγία και παρακλήσεις, καμία σκέψη. Αυτά ήταν υποθέσεις των μεγαλύτερων. Κυρίως των μανάδων γιατί οι πατεράδες των περισσοτέρων δούλευαν στα λιγνιτωρυχεία του Αγίου Λουκά και δεν έρχονταν.
Προετοιμαζόμασταν και παραγγέλναμε να μας φέρουν από το Αλιβέρι μισινέτζες αγκίστρια και βαρίδια. Το ταξίδι με τα γαϊδουρομούλαρα διαρκούσε τουλάχιστον δύο ώρες. Ερχόμασταν από χαμηλά, Βόλαθρο, Λαθούρια, Πεθαμένο, Ασφάκα. Από την μια μεριά στο σαμάρι οι κουρελούδες για τη στρώση και από την άλλη τα ταγάρια με τα προσφάγια. Πανωσάμαρα στρωμένο σεντόνι για τον καβαλάρη. Τα παιδιά στα καπούλια. Ίδρωνε το ζώο και ο ιδρώτας του μας μούσκευε. Δεν μας πείραζε όμως.
Όταν μεγάλωσα και έγινα 11-12 χρονών, πήγαινα μόνος μου από ψηλά. Τάριζα γρήγορα τα γίδια μας στη Βρυσάρα και από το Διάσελο είχα πάντα ορατό στο στόχο μου: την κατάλευκη εκκλησούλα.
Μόλις φτάναμε δεν ακολουθούσαμε τους γονείς μας, για να ξεφορτώσουμε το ζώο, αλλά τρέχαμε να πέσουμε στη θάλασσα. Για τους πολλούς ήταν το πρώτο και μοναδικό μπάνιο της χρονιάς. Αρκετοί είχαμε της ευκαιρία να κάνουμε κι άλλο ένα στα Λαθούρια, όταν έπλεναν οι μανάδες τα στρωσίδια και τις κουβέρτες στη θάλασσα. Τελείωνε ο Εσπερινός και ακόμα να ανηφορίσουμε για τον ‘’καταυλισμό’’ μας. Μαύριζαν τα χείλια μας, τουρτουρίζαμε από το κρύο , αλλά εμείς εκεί. Βγαίνανε οι γυναίκες στ΄ αγνάντι και φωνάζανε δυνατά το όνομα του παιδιού τους. Έτσι έκαναν και στο χωριό, για να μαζευτούμε στο σπίτι.

Ο Περικλής


Ο Star της Παναγιάς. Γλεντζές και καλαμπουρτζής. Ο αγαπημένος των αγοριών. Άνοιγε με το σουγιά του 1-2 αδειασμένα τουλούμια τυριού και τα τρίματα μαλάγρωναν τη θάλασσα. Έριχνε τότε το δυναμίτη του και γέμιζε τον πάτο της θάλασσας με ψάρια.
Η χαρά μας στην κορύφωση της. Πέφταμε όσα παιδιά ξέραμε μπάνιο με βουτιές και τα βγάζαμε έξω. Τσιτσιρίζανε τα τηγάνια πάνω στα πηγάδια. Ο Περικλής ήταν αρχηγός σε όλα τα γλέντια της νεολαίας και φυσικά φρόντιζε για το μεζέ. Αξέχαστη έχει μείνει η ιστορία, που με τα λεφτά (δάνειο) από το παγκάρι της εκκλησίας, αγόρασε μια προβατίνα από τον δεκαπεντάχρονο Γιώργο Κλατσούνη, που πέρναγε στη Παναγιά με το κοπάδι του (1955-57) από τη Ντάμα προς το χωριό. Σε εικοσιπέντε πενηνταράκια (12,5δρχ). κατέβασε το τίμημα μετά από παζάρι, γιατί τόσα είχε το παγκάρι και σε 1 ώρα το σφάγιο έβραζε στο καζάνι και έπηζαν το γάλα. Άλλο ένα γλέντι ξεκίναγε.
Στα ψάρια που έβγαζε με το δυναμίτη δεν ήταν μοναχοφάης. Έπαιρνε όσα χρειαζόταν. Παίρναμε κι εμείς οι μικροί βουτηχτές, τα πηγαίναμε στις μανάδες μας, αλλά που να βρούνε τηγάνια και λάδια. Τα δίναμε πίσω στο ‘’μαγειρείο’’ του Περικλή.
Εκεί στη Παναγιά είδα και μαγνητόφωνο (1964-1966) με μεγάλη ταινία εγγραφής (πρόγονος του κασετόφωνου) το είχε ένας ναυτικός από τον Κουτουμουλά (ο Μαγγιώρος). Έγινε με αυτό το εργαλείο γλέντι τρικούβερτο και χορός.

Ανήμερα


Ανήμερα και πρωί – πρωί ξεκίναγε ο Παπασταύρος τον όρθρο. Ξύπναγαν οι προσκυνητές, που είχαν κοιμηθεί όλοι τους κατάχαμα. Όσα χρόνια θυμάμαι ποτέ δεν είχαμε ατύχημα. Ούτε σκορπιός ούτε φίδι. Οι γυναίκες μάζευαν τη στρώση και τα παιδιά κατευθείαν στη θάλασσα. Με πρόσχημα το ψάρεμα (μισινέτζες αγκίστρια και βαρίδια), σε λίγο βγάζαμε τα ρούχα και ξεκίναγε το δικό μας πανηγύρι. Είναι ζήτημα αν ένα μικρό ποσοστό παιδιών περνούσε από την εκκλησία για να ανάψει ένα κερί. Από τη θάλασσα μας έπαιρναν το μεσημέρι για το δρόμο της επιστροφής. Αμέτρητα γαϊδουρομούλαρα σχημάτιζαν ένα ατελείωτο καραβάνι. Η χαρά των παιδιών η χθεσινή είχε αυτόματα μετατραπεί σε μελαγχολία. Έτσι είναι η ζωή, οι στεναχώριες δίνουν αξία στην επόμενη χαρά που θα έρθει.

Ο δρόμος


Όταν έγινε ο δρόμος (περίπου το 1975), με ενέργειες του Φιλοπρόοδου Συλλόγου Πρασίνου (πρόεδρος Η.Γ. Φωτιάς και γραμματέας Δ.Γ. Σπανός -Μητσοκαρέλης) τα πράγματα στην αρχή άλλαξαν προς το καλύτερο.
Η πλατεία στα πηγάδια, έγινε κέντρο διασκεδάσεως. Τραπέζια, καρέκλες, αρνιά ψητά, μπύρες, τραγούδι και χορός μέχρι αργά. Στο μαγαζί του Στέλιου, και αργότερα του συλλόγου. Στη συνέχεια ύπνος. Στρωματσάδα στην ύπαιθρο.
Την άλλη μέρα αρνιά ψητά έβαζαν πολλοί νοικοκυραίοι και μετά τη λειτουργία ξεκίναγαν πολλά γλέντια, κατά παρέες και οικογένειες, μέχρι αργά το απόγευμα.

Επίλογος


Έτσι φθάσαμε μέχρι το ‘’σήμερα’’. Όσοι πάμε, μας οδηγούν εκεί οι αναμνήσεις. Η ζωή όμως συνεχίζεται. Πρέπει το πανηγύρι ν’ αλλάξει μορφή. Να συνδυαστεί η λατρεία με άλλες εκδηλώσεις. Το παρελθόν δεν επαναλαμβάνεται. Ας κάνουμε και μεις κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό. Σε πολλές εκκλησίες το Δεκαπενταύγουστο φτιάχνουν στιφάδο και μένει ο κόσμο και διασκεδάζει. Είναι αυτονόητο ότι για να κάνουμε κάτι ανάλογο, πρέπει η εκκλησία να αποκτήσει μεγαλύτερο αύλειο χώρο. Να φτιαχτούν τοιχογύρια και πεζούλια και γενικά να αναβαθμιστεί ο χώρος, όπως του αξίζει. Τότε θα σκεφτούμε τη μορφή των εκδηλώσεων. Ώρα λοιπόν για πρωτοβουλίες προς αυτή τη κατεύθυνση, όσο είναι καιρός.
Με χαρά είδαμε φέτος ότι ο οικισμός πλέον της ‘’Παναγιάς’’ ηλεκτροδοτήθηκε. Η Δημοτική Επιτροπή Δ.Δ. Πρασίνου, πρεπει να αρχίσει να προβάλει το νέο στόχο: την διαπλάτυνση και ασφαλτόστρωση του δρόμου.
Αν ευοδωθούν οι παραπάνω πρωτοβουλίες προβλέπω μια νέα εποχή για την ‘’Παναγιά’’ και το πανηγύρι της. Το παλιό χειμαδιό θα γίνει ένα πανέμορφο τουριστικό χωριό.


Π. Β. ΦΩΤΙΑΣ


Καλέτζι 31 Αυγούστου 2008

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Οι 'Παναμίτες"

ΠΑΝΑΜΑΣ - Ομαδική μετανάστευση Καλετζαίων 1910 – 11

Εισαγωγή 

Στις αρχές του εικοστού αιώνα έγινε η κατασκευή ενός γιγαντιαίου τεχνικού έργου, της διώρυγας του Παναμά. Ενώνονται οι δύο ωκεανοί (Ατλαντικός – Ειρηνικός) και διευκολύνεται έτσι η διεθνής ναυσιπλοΐα. Για την εκτέλεση των εργασιών έχουν επινοηθεί πρωτότυπες μηχανές, αλλά κυρίως η δουλειά θα γίνει με τα πολλά εργατικά χέρια. Οι ντόπιοι εργάτες δεν αρκούν. Η κατασκευάστρια αμερικάνικη εταιρεία, απευθύνεται στους εργάτες φτωχών χωριών της Νότιας Ευρώπης (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία).
Αρχές Ιουνίου 1910 η είδηση, ότι ζητούνται εργάτες για τον Παναμά, φτάνει στο φτωχό και απομονωμένο Καλέτζι. Αναστατώνει την νεολαία. Η φτώχεια βοηθά τους τολμηρούς να αποφασίσουν γρήγορα. "Φτιάχνουν τα χαρτιά", συνάπτουν οι γονείς τους δάνειο (με συμβολαιογραφική πράξη) από εμπόρους Αλιβεριώτες για την πληρωμή των ναύλων και τον Αύγουστο είναι ήδη στο Βαπόρι για το μεγάλο ταξίδι στην άλλη άκρη του Ατλαντικού.

Καλέτζι 1910
Το χωριό έχει περίπου 270 – 300 κατοίκους. Όλοι ζουν σε μικρά σπίτια του ενός ή το πολύ δύο δωματίων. Μερικά έχουν απομείνει μέχρι της μέρες μας και χρησιμοποιούντο μέχρι πρόσφατα σαν αχυρώνες.
Όλοι δουλεύουν, στο σπίτι, στο χωράφι, στο μαντρί και καταφέρνουν να επιζούν με αξιοζήλευτη αυτάρκεια. Τα μόνα προϊόντα που προμηθεύονται οι Καλετζαίοι είναι : νήματα, χρώματα, σόδα ( για παραγωγή σαπουνιού), σαμάρια για ζώα και ελάχιστα είδη διατροφής όπως ρύζι και ζάχαρη για τους αρρώστους και φασόλια γύφτικα για το χειμώνα.
Στο κάθε σπίτι, θα βρει κανείς προϊόντα που παράγουν ή μεταποιούν τα μέλη της οικογένειας.

  • Λάδι από τις ελιές τους. Ήδη από το έτος 1903 λειτουργεί το πρώτο ελαιουργείο του Σταμάτη Κ. Φωτιά και Τάσου Σπανού (Νταή), που σήμερα είναι το μαγαζί του Θεοχάρη.
  • Σιτάρι από τα χωράφια τους, που τα οργώνουν τα βόδια και οι αγελάδες με ξύλινα άροτρα και αλωνίζεται στ΄ αλώνια στο πάνω μέρος του χωριού. Το σιδερένιο αλέτρι και τα μουλάρια, τα συναντούμε πολύ αργότερα. Η αλωνιστική ήρθε το 1954.
  • Τυρί από τα κοπάδια τους. Όλα τα σπίτια είχαν ζώα. Από αυτά ζούσαν. Το τυρί συντηρείται στα τουλούμια και το περίσσευμα πωλείται σε Κυμαίους Εμπόρους, που έρχονται με μουλάρια στο Καλέτζι.
  • Στον αργαλειό και την αυλημένη κατασκευάζονται όλα τα υφάσματα που χρειάζεται η οικογένεια:
Σαμαροσκούτι, πατατούκες, κάπες, τσόλια, τσέργες, αντρομίδες, κουβέρτες; Σεντόνια μάλλινα και βαμβακερά, μαντανίες, κουρελούδες, ταγάρια, ταγάρες, σακιά, χαράρια, αδίμητα, τυριπλένια, υφάσματα για πουκάμισα, εσώρουχα και φουστάνια μάλλινα και βαμβακερά.
Οι γριές γνέθουν ολημερίς και πλέκουν φανέλες μάλλινες, κάλτσες και τσουράπια για το χειμώνα.

  • Παπούτσια δεν αγοράζονται. Κατασκευάζονται από δέρμα γουρουνιών (γουρνοτσάρουχα). Τσαρούχια από ρόδα, θάρθουν αργότερα. Οι γυναίκες, οι γέροι και τα παιδιά κυκλοφορούν ξυπόλυτοι μέσα στο χωριό.
  • Η ενδυμασία. Οι γέροι φορούν πουκαμίσες. Στις γιορτές οι πιο νοικοκυραίοι βάζουν φουστανέλες. Οι νέοι φορούν όλοι παντελόνια. Τα μικρά παιδιά μάλλινα φουστάνια.
  • Όσπρια και τραχανάς που παράγει το κάθε σπίτι είναι η κύρια τροφή για τον χειμώνα. Τρώνε στο σοφρά σε μία μόνο γαβάθα με κουτάλια ξύλινα. Πηρούνια, πιάτα, τραπέζια, καρέκλες ήρθαν αργότερα. Κοιμούνται κατάχαμα στο τσόλι, τόσο στο σπίτι, όσο και στην ύπαιθρο.
  • Χρήματα υπάρχουν ελάχιστα και προέρχονται από την πώληση ζώων, τυριών και οσπρίων.
Σημειώνουμε ότι το λαθούρι (φάβα) χρησιμοποιείται για ανταλλαγή με άλλα προϊόντα (π.χ. ψάρια). Γαλατάς δεν έχει έρθει ακόμή στο χωριό.
  • Τα σπίτια. Μπαίνοντας ο επισκέπτης με το ζώο του στο χωριό (αμαξωτός δρόμος έγινε το 1953), το πρώτο κτίσμα που συναντά είναι η παλιά μας εκκλησία και στα δεξιά του το σπίτι (ανώγι) του Κολιοδάκου, που σήμερα έχει χτιστεί το σπίτι του Δ.Ι.Φωτιά (Ρεμπέτα). Μικρά ανώγια είναι ακόμα του Περικλή Αγγέλου (κατεδαφισμένο σπίτι του Αντωνάκου), του Δημάκου (υπάρχει ακόμα), τα Φωταίικα (έχουν κατεδαφιστεί), και του Μπάνου.
  • Νερό υπάρχει μόνο στην βρυσάρα στο παλιοπήγαδο και στη παλιόβρυση. Οι γυναίκες πλένουν στο πηγάδι και κουβαλούν νερό στο σπίτι με τη στάμνα από την παλιόβρυση. Σαπούνι φτιάχνουν μόνες τους.
  • Τα βοσκοτόπια είναι περιορισμένα και δεν επαρκούν. Η Πούντα και ο Καλογεράς φυλάγονται από τους δραγάτες του Κοντόσταυλου. Τα κοπάδια πεινούν και το χωριό έχει φτώχεια.

Η μετανάστευση και η εργασία

Η πρώτη παρέα από περίπου 10 παλικάρια, αναχωρεί τον Αύγουστο του 1910 για την Αμερική. Εξ αυτών 2 – 3 είχαν πάει στρατιώτες και είχαν βγει από το χωριό. Οι περισσότεροι για πρώτη φορά έβγαιναν από την απομόνωση του Καλετζίου.
Βλέπουν την Αθήνα, τον Πειραιά, μπαίνουν στο ατμόπλοιο για να διασχίσουν τον Ατλαντικό. Όταν κάνει φουρτούνα δεν αντέχουν και μένουν νηστικοί. Βέβαια τους κάνει μεγάλη εντύπωση ότι ο καθένας τρώει στο πιάτο του με πιρούνι και δικό του κουτάλι. Κάθονται σε καρέκλα και τραπέζι. Μεγαλεία.
Σ΄ αυτό το ταξίδι συμμετέχει και ο παππούς μου Ι.Α. ΦΩΤΙΑΣ μαζί με τον ξάδερφο του Ποστολνταή και τον γείτονα και φίλο του Νασράφτη. Έχω αυτές τις διηγήσεις από πρώτο χέρι και με αρκετές λεπτομέρειες. Είναι και οι τρεις τους συνομήλικοι, δεν έχουν ακόμη πάει στρατιώτες και ζουν αυτή την πρωτόγνωρη εμπειρία. Προχωρούν προς το άγνωστο στην άλλη άκρη της γης.
Όταν φθάνουν στον Παναμά, παρουσιάζονται στην εταιρεία. Τους περιμένουν. Οι εκπρόσωποι της εταιρείας στην Ελλάδα, τους επέλεξαν και ενημέρωσαν τα "κεντρικά". Τους εγκαθιστούν στα διάφορα εργοτάξια κατά μήκος του τεράστιου έργου.
Το καλοκαίρι του 1911 αναχωρεί για τον Παναμά το τελευταίο γκρουπ εργατών από το χωριό μας.
Συμμετέχει και ο Γρηγόρης Κ. Φωτιάς, μεγαλύτερος αδερφός του Χρησοκώστα. Πεθαίνει αιφνιδίως στη μέση του Ατλαντικού, όπου έγινε η κηδεία του. Ο καπετάνιος σταμάτησε σχεδόν το πλοίο, έγινε μικρή τελετή με ιερέα και έριξαν τον νεκρό στη θάλασσα μαζί με σίδερα για να πάει στον πάτο. Είναι περίπου εικοσάχρονος.
Το κάθε εργοτάξιο έχει οργάνωση και συγκρότηση περίπου όπως ο στρατός. Διαθέτει μεγάλους θαλάμους για ύπνο, μαγειρεία, πλυντήρια κ.λ.π. Οι εργαζόμενοι κοιμούνται και τρώνε με δαπάνες της εταιρείας και αμείβονται αναλόγως.
Οι συνθήκες διαβίωσης σχεδόν αφόρητες. Ζέστη, βροχή, υγρασία, έντομα. Αρρώστιες πολλές. Ευτυχώς την υγειονομική περίθαλψη έχει αναλάβει ο αμερικανικός στρατός και η αντιμετώπιση είναι άμεση.
Η δουλειά βαριά και μόνο χειρωνακτική. Είναι πολύ νέοι όμως και αντέχουν.
Ξένη γλώσσα δεν γνωρίζει κανείς. Ελάχιστοι μπόρεσαν να μάθουν ισπανικά για στοιχειώδη επικοινωνία με τους Εργοδότες και τους ντόπιους. Εργάζονται εκεί χιλιάδες Έλληνες, που κάνουν παρέα μεταξύ τους.
Η πρώτη έγνοια των εργατών Καλετζαίων είναι να στείλουν χρήματα στους γονείς τους, για να εξοφληθεί το δάνειο που έκαναν για τα εισιτήρια του ταξιδιού, και για να τους ανακουφίσουν οικονομικά. Ένα τέτοιο αντίγραφο επιταγής (από τις δύο που σε άριστη κατάσταση διασώζονται στην κασέλα μας) δημοσιεύουμε. Την έχει στείλει ο παππούς μου στις 10 Φεβρουαρίου 1911 από την Κολόν του Παναμά, στον Βασίλειο Φωτιάν, άνδρα της αδελφής του Ελένης (μάνα της Καραμελούς).
Η εξόφληση της επιταγής γίνονταν στη Χαλκίδα, που από το 1857 λειτουργούσε κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Το νόμισμα είναι χρυσές λίρες, γι αυτό εμπλέκεται και η Αγγλική Τράπεζα. Τράπεζα στο Αλιβέρι λειτούργησε το 1926 (Τράπεζα Αθηνών και από το 1953 συγχωνεύτηκε με την Εθνική).
Στον ελεύθερο χρόνο τους οι εργάτες άλλοι αναπαύονται , άλλοι μπαίνουν στο δάσος για φρούτα και άλλοι πάνε στην πόλη για διασκέδαση.
Οι Καλετζαίοι είναι προσεκτικοί. Στο δάσος συμβαίνουν ατυχήματα με φίδια και άγρια ζώα και στην πόλη τα έξοδα είναι πολλά. Ο κανόνας έχει και εξαιρέσεις. Ο Χρησοστάμος (Χ.Στ. ΦΩΤΙΑΣ) πάει τακτικά στην πόλη. Του αρέσουν το πιοτό και τα κορίτσια. Όταν όμως ήρθε η ώρα της επιστροφής δεν έχει χρήματα για τα ναύλα. Φεύγουν όλοι, πώς να μείνει μόνος εκεί. Τα ξαδέρφια του μάζεψαν χρήματα και τον πήραν μαζί . Τους ξόφλησε κάνοντας μεροκάματα στο χωριό.

Οι μετανάστες

Εργάστηκαν στον Παναμά τουλάχιστον 29 νέα παιδιά του χωριού μας. Άδειασε το χωριό μούχε πει ο Κωτσιγιάννης. Οι "μικροί" Γεωργ. Α. Μαλλιούρης (Μπορδόλης), Χ.Κ. Φωτιάς (Χρησοκώστας), Γ.Ι. Σπανός (Μποτσαρίκος) φτιάχνουν χαρτιά που φαίνονται λίγο μεγαλύτεροι και παραπλανούν την εταιρεία. Από μερικά σπίτια έφυγαν δύο και τρία αδέρφια. Όλοι τους είναι πολύ νέοι. Οι δύο μεγαλύτεροι Λυριτζής και Κολιομπέης είναι περίπου 35 χρονών.

Χάριν της ιστορίας παραθέτουμε τον κατάλογο κατά οικογένειες των μεταναστών:
Α. ΦΩΤΑΙΟΙ
1
Γεωργ. Κ. Φωτιάς (Λυριτζής)

2
Γρηγ. Κ. Φωτιάς
αδέλφια
3
Χρηστ. Κ. Φωτιάς (Χρησοκώστας)

4
Ν.Γ. Φωτιάς (Γαλάνης)


Β. ΣΠΑΝΑΙΟΙ
5
Ν. Αθ. Σπανός (Κολιομπέης)

6
Αναστ. Αθ. Σπανός (Παπουλάρας)
αδέλφια
7
Ιωαν. Αθ. Σπανός (πατέρας Γιωργοσπανού)




8
Ηλίας Αν. Σπανός (Μπαρμπαλιάς)

9
Αποστ. Αν. Σπανός (Ποστολνταής)
αδέλφια
10
Βασιλ. Αν. Σπανός (Γκιζάνας)

11
Δημ. Γ. Σπανός (Μητσολιολύκος)

12
Στελ. Αν. Σπανός (του παπά)

13
Δημητρ. Ι. Σπανός (αδελφός του Κωτσιγιάννη)

14
Δημητρ. Ν. Σπανός (γιος του Μπελιβράμη)

15
Γεωργ. Ι. Σπανός (Μποτσαρίγκος)

16
Σταύρος Ι. Σπανός (Καρέλλης)


Γ. ΔΗΜΑΚΑΙΟΙ
17
Γεωργ. Ν. Παπουτσής (κουνιάδος Ρεμπέτα)
18
Αθαν. Δήμου Παπουτσής (Γεροθανασάκος)

Δ. ΣΠΙΘΑΙΟΙ
19
Αθαν. Ν. Σπίθας (Άκληρος)
αδέλφια
20
Κων. Ν. Σπίθας (Σκόμπης)

21
Γεωργ. Κ. Σπίθας (πατέρας Βενιζέλου)


Ε. ΚΩΤΣΑΙΟΙ
22
Ιωαν. Α. Φωτιάς (Μπαρμπαγιάννης)
αδέλφια
23
Γεωργ. Α. Φωτιάς (Καλτσούνης)

24
Χρ. Στ. Φωτιάς (Χρησοστάμος πατέρας Στούμα)

ΣΤ. ΔΙΑΦΟΡΟΙ
25
Δήμος Κ. Φωτιάς (Μέτσας)
26
Αθαν. Κ. Λόγος (Νασράφτης)
27
Ευάγγελος Ηλ. Μπάνος
28
Γεωργ. Απ. Μαλλιούρης (Μπορδόλης)
29
Γεωργ. Π. Μελάνης


Από τους 29 μετανάστες ένας πέθανε και τέσσερις έμειναν να συνεχίσουν εργαζόμενοι στην Αμερικανική Ήπειρο χωρίς να επιστρέψουν ποτέ. Εξ αυτών μόνο ο ένας (Δ.Ι.Σπανός) άφησε απογόνους.

Έμειναν εκεί :
1
Στελ. Αν. Σπανός
Γιος του Παπανστάση. Σκοτώθηκε εργαζόμενος σε υπόγειο ορυχείο στις Η.Π.Α.
2
Ευαγ. Ηλ. Μπάνος
(Βαγγελμανέτας). Έζησε και πέθανε στην Αργεντινή
3
Δημ. Ι. Σπανός

4
Δημ. Ν. Σπανός


Η Επιστροφή

Ο Βενιζέλος έχει ήδη από το καλοκαίρι του 1912 αρχίσει την προετοιμασία για τον απελευθερωτικό πόλεμο. Με επείγον σήμα του, παραγγέλλει τον επαναπατρισμό των 25– 30 χιλιάδων Ελλήνων εργατών στη διώρυγα του Παναμά. Οι Καλετζαίοι στη συντριπτική πλειοψηφία υπακούουν.
Τα χρήματα τα είχαν σε χρυσές λίρες. Έφτιαξαν μόνοι τους από μία ζώνη με πανί, που μέσα έραψαν τις λίρες μία – μία. Αυτή τη ζώνη την έβαλαν κατάσαρκα και την έβγαλαν στην Τράπεζα στην Αθήνα που κατέθεσαν τα χρήματα.
Τα λίγα προσωπικά τους είδη τα έβαλαν σε μικρό ξύλινο μπαούλο ( του παππού μου διασώζεται σε πολύ καλή κατάσταση), γιατί βαλίτσες δεν υπήρχαν.
Γυρίζουν όλοι πολύ διαφορετικοί. Σχεδόν μεταμορφωμένοι. Φορούν σκαρπίνια, σακάκια, γραβάτες, καπέλα. Ο Μποτσαρίγκος συναντά τη μάνα του στη Ντράμιση, ερχόμενος με τα πόδια από τον Κάραβο. Του κάνει όμως εντύπωση γιατί ενώ τον κοιτάζει, δεν του μιλά. Έτσι όπως είναι ντυμένος, που να φαντασθεί ότι αυτός ο καλοντυμένος ξένος είναι ο Γιωργάκης της. Της φώναξε ο ίδιος και τότε έτρεξε να τον αγκαλιάσει κλαίγοντας από χαρά.
Μερικοί έχουν φέρει ρολόι. Ο Ποστολνταής χρυσό της τσέπης. Το αγόρασε από έναν εργάτη που είχε ανάγκη χρημάτων. Δίστασε κατ αρχήν, γιατί δεν γνώριζε την ώρα. Τον βοήθησε ο Καραβιώτης Κούπουνας, που του έκανε μάθημα. Το ρολόι αυτό λειτουργεί μέχρι σήμερα στα χέρια του γιού του Παναγιώτη Σπανού (Ράφτη).
Την ώρα στο χωριό δεν την ήξερε κανείς. Τη μέρα έβλεπαν τον ήλιο αλλά την νύχτα …..
Τότε εμφανίστηκαν τα πρώτα ρολόγια.

Οι επιπτώσεις.

Μετά το 1914 – 15 και τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων, όλοι οι μετανάστες έχουν εγκατασταθεί στο χωριό. Όλα αρχίζουν να αλλάζουν με ρυθμούς ταχείς, για την εποχή αυτή. Χτίζονται σπίτια ανώγια, αγοράζονται πιάτα, κουτάλια – πιρούνια μεταλλικά, τραπέζια, καρέκλες.
Σχολείο πλέον πηγαίνουν όλα τα αγόρια και τα περισσότερα κορίτσια του χωριού.
Οι "Παναμίτες" είδαν κι άλλους τόπους και έφεραν στο χωριό μας πολιτισμό. Έκαναν παρέα με Ιταλούς και Ισπανούς και φυσικά επηρεάσθηκαν από τα "καλά" τους.
Έμαθαν τι θα πει καλό ντύσιμο και κουστούμι.
Έφεραν στο χωριό μας το πνεύμα της δημιουργίας και της προόδου. Αγορές γης και κοπαδιών.

Οι "Παναμίτες" ήταν η κύρια δύναμη για να γίνουν οι μεγάλες αγορές του 1918 – 1920- της Πούντας και του Καλογερά.  

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015

Αρχική

Ένας διαδικτυακός χώρος αφιερωμένος στο όμορφο (πλήρως αντικειμενική άποψη) χωριό της ΝοτιοΚεντρικής Ευβοίας του καποδιστριακού δήμου Ταμυνέων, το Πράσινο ή Καλέντζι.


Καλέτζι ή ΚαλέΝτζι είναι μια συχνή διαφωνία. Ύστερα από μία σύντομη περιήγηση στον Ιστό, βλέποντας τις πιθανές ρίζες του ονόματος κατέληξα στην εκδοχή με το ν.
Σίγουρα η wiki δεν είναι αναγκαστικά αξιόπιστη πηγή αλλά ισχύει το εξής για το Καλέντζι Ιωαννίνων "...Όταν το κάστρο έπεσε στα χέρια των Σλάβων το ονόμασαν Εκάληντζ. Αργότερα όταν εξελληνίστηκε η Σλαβική ονομασία το Εκάληνζ, έγινε Καλένζι. Η δεύτερη εκδοχή και πιο πιθανή, αναφέρει πως το όνομα στο χωριό το χαρίζει το κάστρο. Το μικρό κάστρο στα τουρκικά λέγεται Καλαί-ντζικ και με το πέρασμα του χρόνου έμεινε και στο χωριό το όνομα εξελληνισμένο ΚΑΛΕΝΤΖΙ. Σύμφωνα με την τρίτη εκδοχή, το όνομα προέρχεται από τη γνωστή οικογένεια Καλέντζι". Οι δύο τελευταίες εκδοχές μπορεί να ισχύουν και για το Καλέντζι Ευβοίας.